

ΣΑΤΙΡΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ | STIGMARADIOSHOW
Λένε πως η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού. Στην Ελλάδα του 2026, το εφικτό είναι να πληρώνεις το ρεύμα και το ενοίκιο τον ίδιο μήνα. Όχι και τα δύο μαζί — αλλά να διαλέξεις. «Σαν προσφορά σούπερ μάρκετ: αγοράζεις δύο, πληρώνεις και τα δύο — αλλά παίρνεις μόνο το ένα.»
Και ενώ ο πολίτης κάνει αυτές τις μικρές, καθημερινές σοφιστείες επιβίωσης, κάποιοι άλλοι επιλέγουν εκλογικά συνθήματα.
«Γιατί έτσι λειτουργεί η δημοκρατία: εσύ ψηφίζεις, αυτοί κυβερνούν — κι ανάμεσα στα δύο υπάρχει μια τεράστια, ευκολοδιαχείριστη απόσταση που την ονομάζουν “εντολή λαού”.»
Η ακρίβεια, λοιπόν. Δεν χρειάζεται εισαγωγή — την έχετε ήδη γνωρίσει. Στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στον λογαριασμό του ρεύματος, στο μενού που κοιτάς και ξαναβάζεις στη θέση του με το ύφος κάποιου που «τελικά δεν πεινάει και τόσο». Δεν είναι επισκέπτης. Είναι συγκάτοικος. Και δεν μοιράζεται το ενοίκιο.
Το πετρέλαιο ανεβαίνει. Τα τρόφιμα ανεβαίνουν. Τα ενοίκια ανεβαίνουν. Μόνο οι μισθοί έχουν την αξιοπρέπεια να παραμένουν μετεξεταστέοι — σαν μνημείο σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια.
«Ποια κοινή γνώμη; Αυτή που ακούει κάθε βράδυ για «ανάπτυξη» και κοιτάει τα ράφια του σούπερ μάρκετ σαν να είναι εκθέματα σε μουσείο που δεν έχει εισιτήριο — απλώς δεν μπορείς να αγγίξεις τίποτα;»
Και μέσα σε αυτήν την κλιματική αλλαγή των τιμών, ξεπροβάλλουν οι αναλυτές με τα γραφήματα. Έρευνες, polls, σενάρια. «Η κοινή γνώμη δείχνει…», «Ο δείκτης εμπιστοσύνης…», «Τα ποσοστά ανοδικά για…» Συγγνώμη. Ποια κοινή γνώμη; Αυτή που στέκεται στην ουρά του ΟΑΕΔ; Αυτή που υπολογίζει αν αξίζει να πάει στο γιατρό; Ή αυτή που ακούει κάθε βράδυ για «ανάπτυξη» και κοιτάει τα ράφια του σούπερ μάρκετ σαν να είναι εκθέματα σε μουσείο που δεν έχει εισιτήριο — απλώς δεν μπορείς να αγγίξεις τίποτα;
Φυσικά και σκέφτεται εκλογές. Ο Έλληνας πάντα σκέφτεται εκλογές — είναι εθνικό σπορ, δεύτερο μόνο μετά το να μεμψιμοιρεί στην κουζίνα. Αλλά σκέφτεται εκλογές όπως σκέφτεται αλλαγή καναλιού: όχι γιατί πιστεύει πως το επόμενο θα είναι καλύτερο, αλλά γιατί δεν αντέχει άλλο αυτό που βλέπει.
Και εκεί βρίσκεται η μεγάλη παρεξήγηση. Οι κυβερνήσεις νομίζουν πως η σιωπή του λαού είναι συναίνεση. Λάθος. Είναι εξάντληση. Υπάρχει τεράστια διαφορά — και αυτή τη διαφορά κάποιοι στα Μαξίμου είτε δεν έχουν διδαχτεί, είτε έχουν αποφασίσει ότι δεν τους συμφέρει να τη μάθουν.
Λέει λοιπόν κάποιος βουλευτής — δεν έχει σημασία ποιος, αρκεί να έχει γραβάτα και αυτοπεποίθηση αντίστοιχη με την ανικανότητά του — «Η οικονομία πάει καλά.»
Η οικονομία. Πάει. Καλά.
Ναι — όπως πάει καλά και το ρολόι που έχει βλάβη: δύο φορές την ημέρα δείχνει τη σωστή ώρα, κι αυτό το λένε «σταθερότητα».
Το πρόβλημα δεν είναι ότι λένε ψέματα. Το πρόβλημα είναι ότι τα λένε με τόση πεποίθηση, που μερικές φορές αναρωτιέσαι: μήπως πράγματι δεν ξέρουν; «Μήπως η φούσκα της εξουσίας έχει τόσο καλή μόνωση, που μέσα ακούγεται μόνο χειροκρότημα;»
Κι ύστερα έρχονται τα προεκλογικά δώρα. Μειώσεις στον ΦΠΑ τον Οκτώβρη, ελαφρύνσεις το Νοέμβρη, επιδόματα το Δεκέμβρη. Ο ελληνικός λαός ξέρει πολύ καλά πότε τον αγαπάνε: όταν πλησιάζουν οι κάλπες, η στοργή γίνεται αιφνίδια και γενναιόδωρη — σαν τον θείο που δεν σε έχει δει τρία χρόνια και ξαφνικά ενδιαφέρεται για τα όνειρά σου.
Αλλά εμείς θυμόμαστε. Θυμόμαστε τον λογαριασμό του ρεύματος τον Ιανουάριο. Θυμόμαστε το «δεν φταίμε εμείς, φταίει η ενεργειακή κρίση». Θυμόμαστε το «η αγορά αυτορρυθμίζεται» — την ίδια ώρα που η αγορά αυτορρύθμιζε την τσέπη μας στο μηδέν.
Ποιος σκέφτεται εκλογές με την ακρίβεια στα ύψη;
Όλοι. Και κανείς.
Όλοι θέλουν να αλλάξουν κάτι. Κανείς δεν πιστεύει πια ότι κάτι αλλάζει. Κι αυτή η απόσταση — ανάμεσα στο θέλω και στο πιστεύω — είναι το χαράκωμα όπου ζει άνετα κάθε κυβέρνηση που έχει μάθει να διαχειρίζεται την απογοήτευση καλύτερα απ’ ό,τι τα προβλήματα.
Γιατί όταν ο πολίτης σταματά να περιμένει, σταματά και να απαιτεί. Και τότε, όποιος κρατάει το μικρόφωνο της εξουσίας μπορεί να πει ό,τι θέλει.
Ακριβώς όπως τώρα.
Δημήτρης Αχιλαδέλλης | Μάρτιος 2026


