Το τελετουργικό της κάλτσας – Και άλλες μορφές θεραπείας

0
273
ReTrix

Στην Ανάπολη καίνε κάλτσες κάθε χρόνο για να υποδεχθούν την άνοιξη. Κι εμείς… καιγόμαστε.

Φαίη Ζακάκου – Ζήσε υγιεινά

Του Δημήτρη Αχιλαδέλλη

Υπάρχουν πράγματα στη ζωή που δεν χρειάζονται εξήγηση. Το ηλιοβασίλεμα. Η μυρωδιά του καφέ το πρωί. Και το γεγονός ότι κάθε χρόνο, στις 22 Μαρτίου, εκατοντάδες κάτοικοι της Ανάπολης στο Μέριλαντ μαζεύονται στο λιμάνι και βάζουν φωτιά στις κάλτσες τους.

Ναι. Στις κάλτσες τους. Κυριολεκτικά.

Και όχι, δεν πρόκειται για σέκτα. Δεν πρόκειται για εξορκισμό. Δεν πρόκειται για performance art κάποιου αντισυμβατικού καλλιτέχνη που θέλει να «σχολιάσει την καταναλωτική κοινωνία μέσα από τη φθαρτότητα του υφάσματος». Πρόκειται για παράδοση σχεδόν πενήντα χρόνων — και για έναν λαό που ξέρει πώς να αποχαιρετά τον χειμώνα με style.

Πώς ξεκίνησαν όλα — ή: η πιο ακριβή κάλτσα της Αμερικής

Ήταν 1977. Ένας ναυτεργάτης στην Ανάπολη — άνθρωπος πρακτικός, σκληροτράχηλος, με μήνες στη θάλασσα και κάλτσες που είχαν δει καλύτερες εποχές — έφτασε στο σημείο αποκορύφωσης.

Έβγαλε τις κάλτσες του, τις πέταξε σε φωτιά και ανακοίνωσε ψύχραιμα στους γύρω του: «Δεν τις ξαναβάζω μέχρι τον επόμενο χειμώνα». Κανένας δεν ξέρει αν τελικά τήρησε τον λόγο του. Κανένας δεν ξέρει αν πάτησε σε κάτι κρύο τον Απρίλιο και μετάνιωσε. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι η πράξη του έγινε παράδοση. Και η παράδοση έγινε γιορτή. Και η γιορτή μεγάλωσε χρόνο με τον χρόνο, μέχρι που σήμερα φιλοξενείται από το Annapolis Maritime Museum, με στρείδια, μπύρα, ζωντανή μουσική και αθρόα παρουσία κόσμου που χαίρεται να κάνει ακριβώς αυτό που δεν επιτρέπεται σε κανένα σπίτι: να βάλει φωτιά σε ρούχα.

Η λογική είναι απλή. Η εαρινή ισημερία σηματοδοτεί το επίσημο τέλος του χειμώνα. Και ο χειμώνας, για τους ναύτες και τους ψαράδες της Ανάπολης, δεν σημαίνει μόνο κρύο — σημαίνει μπότες, κάλτσες, βαριά ρούχα, σφιγμένα πόδια και χαμένη ελευθερία. Η καύση της κάλτσας είναι η κατάργηση αυτής της φυλακής. Ένα τελετουργικό απελευθέρωσης — με ανοιχτά δάχτυλα και ελαφριά συνείδηση.

Τι θα γινόταν αν αυτό ερχόταν στην Ελλάδα

Εδώ επιτρέψτε μου να αφεθώ λίγο στη φαντασία. Γιατί αν αυτή η παράδοση ταξίδευε από το Μέριλαντ στην Αθήνα — ή, ας πούμε, στον Πειραιά, που έχει κι αυτός λιμάνι και ναύτες — τα πράγματα θα εξελίσσονταν διαφορετικά.

Πρώτα θα είχαμε επιτροπή. Φυσικά. Δεν γίνεται τίποτα στην Ελλάδα χωρίς επιτροπή. Και μετά την επιτροπή θα είχαμε υποεπιτροπή — ειδικά για το είδος της κάλτσας.

Γιατί δεν καίμε χύμα. Υπάρχει διαδικασία. Πρέπει να ορισθεί αν η κάλτσα είναι μάλλινη ή συνθετική, διότι «η καύση συνθετικού υλικού σε δημόσιο χώρο εμπίπτει στο νομοθετικό πλαίσιο 3463/2006 περί αέριων εκπομπών». Και αν είναι μάλλινη, απαιτείται βεβαίωση από κτηνίατρο ότι το πρόβατο ήταν εν ζωή κατά τη στιγμή κουράς.

Η αντιπολίτευση, φυσικά, θα ζητούσε εξηγήσεις. Ποιος έδωσε την άδεια καύσης; Σε ποιον ανήκει η φωτιά; Είναι δημόσια ή ιδιωτική; Υπάρχει σύμβαση με εταιρεία συντήρησης; Και αν ναι, γιατί δεν έγινε διαγωνισμός; Θα ακολουθούσε επερώτηση, ανακοίνωση, αντανακοίνωση και κάποιο κανάλι θα έκανε breaking news με τίτλο «Σκάνδαλο με κάλτσες: Τι κρύβεται πίσω από τη φωτιά;»

Και η φωτιά θα αναβαλλόταν για τον Σεπτέμβριο — λόγω εκλογών.

Και φυσικά θα υπήρχε πάντα ο Ελληνάρας. Αυτός που δεν θα έκαιγε τη δική του κάλτσα — γιατί η δική του καλύτερη είναι. Θα έκαιγε της γυναίκας του. Και μετά θα έλεγε ότι η ιδέα ήταν δική του εξαρχής, ότι το έκανε πρώτος στη γειτονιά, και ότι οι Αμερικάνοι μας το έκλεψαν.

Στο τέλος βέβαια θα γινόταν και κάποιο λάθος στον τύπο: η φωτιά θα ανάβοταν μεν, αλλά αντί για κάλτσες θα καίγονταν τα πρακτικά της επιτροπής. Κατά λάθος. Που σημαίνει ότι για μια φορά η φωτιά θα είχε νόημα.

Στο τέλος, μια κάλτσα είναι μια κάλτσα

Πέρα από τη σάτιρα, υπάρχει κάτι βαθύτατα ανθρώπινο σε αυτή την αμερικανική παράδοση. Η ανάγκη να επισημοποιήσουμε ένα τέλος. Να πούμε δυνατά: «Εδώ σταματά κάτι. Εδώ αρχίζει κάτι άλλο». Να μην αφήσουμε τον χειμώνα να φύγει αθόρυβα, σαν να μην υπήρξε ποτέ — αλλά να τον αποχαιρετήσουμε τιμητικά, με μια φλόγα και ένα ποτήρι μπύρα στο χέρι.

Υπάρχει σοφία σε αυτό. Μικρή, ταπεινή, αρωματισμένη με καμένη κάλτσα — αλλά σοφία.

Εγώ προσωπικά σκέφτομαι να υιοθετήσω την παράδοση. Όχι με κάλτσες. Με λογαριασμούς. Γιατί αν υπάρχει κάτι που χρειάζεται τελετουργικό αποχαιρετισμό στη ζωή μου — δεν είναι ο χειμώνας. Είναι η ΔΕΗ.

Δημήτρης Αχιλαδέλλης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ