

Του Δημήτρη Αχιλαδέλλη
Εισαγωγή
Στην Ελλάδα έχουμε ένα σπάνιο συλλογικό χάρισμα: πριν καλά καλά μάθουμε να προφέρουμε σωστά το όνομα μιας νέας ασθένειας, έχουμε ήδη χωριστεί σε στρατόπεδα. Οι πρώτοι πανικοβάλλονται, οι δεύτεροι δηλώνουν με ύφος βετεράνου αναλυτή ότι «όλα είναι υπερβολές», και οι τρίτοι ανοίγουν το κινητό για να ενημερωθούν από κάποιον αποφασισμένο σχολιαστή με φωτογραφία προφίλ έναν αρχαίο πολεμιστή.
Κάπως έτσι, μόλις ακούμε για κρούσμα ευλογιάς των πιθήκων στην Ελλάδα, ξυπνά μέσα μας ένα αρχέγονο ένστικτο τηλεοπτικής επιβίωσης. Δεν έχει σημασία αν ξέρουμε τι ακριβώς είναι, πώς μεταδίδεται ή τι λένε οι ειδικοί. Σημασία έχει ότι ο τίτλος είναι βαρύς, ακούγεται εξωτικός και προσφέρεται για δελτία ειδήσεων με κόκκινα γράμματα, αγωνιώδη μουσική και βλέμματα παρουσιαστών που υπονοούν ότι το τέλος του κόσμου θα έρθει αμέσως μετά τις διαφημίσεις.
Η δύναμη του ονόματος
Πριν από λίγο καιρό είχαμε ακούσει και για τον χανταϊό. Ένα όνομα που ακούγεται ταυτόχρονα σαν ιατρικός όρος, σαν μυστική στρατιωτική επιχείρηση και σαν κακός χαρακτήρας από ταινία επιστημονικής φαντασίας. Ο περισσότερος κόσμος δεν ήξερε ακριβώς περί τίνος πρόκειται, αλλά αυτό ουδέποτε στάθηκε εμπόδιο στην παραγωγή βεβαιότητας.
Στη σύγχρονη δημόσια σφαίρα δεν χρειάζεται να γνωρίζεις τι είναι ένας ιός. Αρκεί να έχει σύνθετο όνομα, να συνοδεύεται από σοβαρές εκφράσεις στα τηλεοπτικά πάνελ και να προκαλεί το κατάλληλο μείγμα φόβου, απορίας και περιέργειας. Από εκεί και πέρα, ο μηχανισμός λειτουργεί αυτόματα: αναρτήσεις, συζητήσεις, θεωρίες, αφορισμοί και μια ξαφνική εθνική ανάγκη να αποκτήσουν όλοι άποψη μέσα σε δεκαπέντε λεπτά.
Η επικαιρότητα ως σίριαλ
Η δημόσια υγεία δεν παρουσιάζεται πια ως επιστημονικό ζήτημα αλλά ως καθημερινό σίριαλ. Κάθε εβδομάδα και νέο επεισόδιο, κάθε δελτίο και νέα απειλή, κάθε πάνελ και μια καινούργια τελετουργία σοβαροφάνειας. Κάποιος βγαίνει να πει ότι «χρειάζεται ψυχραιμία», αλλά το λέει με τέτοιο ύφος ώστε καταλαβαίνεις αμέσως ότι προφανώς δεν χρειάζεται καθόλου ψυχραιμία, αλλά ένα πρόχειρο απόθεμα τρόμου για παν ενδεχόμενο.
Ο πολίτης, από την άλλη, έχει περάσει τόσα τα τελευταία χρόνια ώστε έχει αποκτήσει μια ιδιότυπη ανοσία. Όχι απέναντι στις ασθένειες, αλλά απέναντι στην πληροφορία. Ακούει για έναν νέο ιό και αντιδρά όπως κάποιος που βλέπει τον τριακοστό ίδιο τίτλο μέσα σε μία εβδομάδα: σηκώνει το φρύδι, πίνει καφέ και αναρωτιέται αν πρέπει να ανησυχήσει στ’ αλήθεια ή αν πρόκειται απλώς για το νέο επεισόδιο της αγαπημένης εθνικής μας υπερβολής.

Ο λαός των ειδικών
Και τότε αρχίζει το ωραιότερο μέρος: η γενική επιστημονική αναβάθμιση του πληθυσμού. Μέσα σε λίγες ώρες, η χώρα μετατρέπεται σε ανοιχτό παγκόσμιο συνέδριο λοιμωξιολογίας. Ο ένας γίνεται ειδικός μέσω Facebook, ο άλλος αποκτά ερευνητικό κύρος μέσω δύο βίντεο στο TikTok, και ένας τρίτος ορκίζεται ότι ξέρει ακριβώς τι συμβαίνει επειδή έχει έναν γνωστό που εργάζεται κοντά σε φαρμακείο. Κάθε οικογένεια διαθέτει πλέον τουλάχιστον έναν ανεπίσημο επιδημιολόγο. Είναι εκείνος που ξεκινά κάθε πρόταση με το «εγώ θα σου πω τι παίζει» και τελειώνει με μια θεωρία που ενώνει ιούς, πολιτική, καιρικά φαινόμενα και τη μυστηριώδη εξαφάνιση της κοινής λογικής. Το εντυπωσιακό δεν είναι ότι μιλά με τόση σιγουριά. Είναι ότι τον ακούμε κιόλας.
Η μόνιμη επιδημία
Ίσως τελικά το πιο ανησυχητικό κρούσμα στη χώρα να μην είναι ούτε η ευλογιά των πιθήκων ούτε ο χανταϊός. Ίσως να είναι αυτή η χρόνια και εξαιρετικά μεταδοτική συνήθεια να μετατρέπουμε κάθε είδηση σε εθνικό μελόδραμα. Να δραματοποιούμε το άγνωστο, να καταναλώνουμε φόβο σαν ψυχαγωγία και να συμπεριφερόμαστε σαν να συμμετέχουμε όλοι σε μια παράσταση όπου ο πανικός έχει ήδη γράψει το σενάριο.
Γιατί στην Ελλάδα δεν αρκεί να ενημερωθούμε. Πρέπει να τρομάξουμε λίγο, να συζητήσουμε πολύ, να διχαστούμε πρόχειρα και στο τέλος να συνεχίσουμε σαν να μη συνέβη τίποτα. Μέχρι να εμφανιστεί το επόμενο παράξενο όνομα που θα μας κάνει να ανοίξουμε διάπλατα τα μάτια, τα social media και φυσικά την τηλεόραση.


