

Είναι χαρά μας να φιλοξενούμε σήμερα στο EMVP News τον ποιητή και συνεργάτη μας Νεκτάριο Μπέση, έναν δημιουργό που έχει καταφέρει με το λόγο του να ενώσει το φως με τη σιωπή, την ψυχή με τη λέξη.
Γεννημένος στην Αίγινα, ο Νεκτάριος είναι ένας άνθρωπος που κουβαλά βαθιά ευαισθησία και πνευματικότητα. Μέσα από το έργο του αναζητά το άπιαστο, το ουράνιο, το αληθινό. Είμαστε πραγματικά περήφανοι για τη δημιουργική του πορεία και για την έμπνευση που μεταδίδει σε όσους τον γνωρίζουν – γιατί η γραφή του δεν είναι απλώς ποίηση, είναι μια γέφυρα ανάμεσα στον άνθρωπο και στο άπειρο.
Πώς ήταν η παιδική σας ηλικία; Υπήρχε μέσα της η ανάγκη για έκφραση ή ήρθε αργότερα;
Η παιδική μου ηλικία ήταν ένας όμορφος μικρός κόσμος, γεμάτος παρέες, στους δρόμους, όπως τότε συνηθιζόταν. Από μικρός ένιωθα την ανάγκη να γράφω μικρά κείμενα και στίχους, χωρίς να ξέρω ακριβώς γιατί. Η ποίηση δεν ήρθε ξαφνικά, απλώς, με τον καιρό, βρήκε τη φωνή της και οι προσπάθειές έγιναν πιο συνειδητές.
Θυμάστε την πρώτη στιγμή που νιώσατε την ποίηση να σας «αγγίζει»;
Το θυμάμαι εκείνο το απόγευμα, ένα ηλιοβασίλεμα, ένα τετράδιο, λίγες λέξεις που δεν ήξερα πού θα με πάνε. Ξαφνικά, όλα γύρω μου σαν να ξύπνησαν. Η ποίηση με άγγιξε τότε. Από τότε, κάθε τι γύρω μου μοιάζει να ψάχνει τρόπο να μιλήσει, αρκεί να του δώσεις την ευκαιρία να ακουστεί.
Υπήρξε κάποιος άνθρωπος – δάσκαλος, συγγενής ή φίλος – που σας ενθάρρυνε να γράψετε;
Ναι, υπήρξαν άνθρωποι που άνοιξαν δρόμους για μένα χωρίς ίσως να το καταλάβουν. Ένας αδερφός μου, που αγόραζε βιβλία ποίησης. Ένας φίλος που με άκουγε χωρίς να με κρίνει, που έγραφε τα δικά του τραγούδια με κιθάρα, πολύ όμορφα, ή έτσι τα άκουγα εγώ τότε, αλλά σπάνια τα μοιραζόταν με άλλους. Δεν με πίεσαν να γράψω. Απλώς μου έδειξαν πόσο όμορφη μπορεί να είναι όλη αυτή η διαδικασία.
Πώς επηρέασε ο τόπος που μεγαλώσατε τη γραφή σας;
Ο τόπος που μεγάλωσα επηρέασε τη γραφή μου μέσα από εικόνες, ήχους και στιγμές της καθημερινότητας. Τα τοπία, η βιβλιοθήκη όπου δανειζόμουν βιβλία, τι όμορφες εποχές! Oι άνθρωποι που συνάντησα, όλα αυτά διαμόρφωσαν τον τρόπο που αφηγούμαι και τα θέματα που με συγκινούν. Και ακόμα και τώρα, κάποιοι συνεχίζουν να το κάνουν, χωρίς να το ξέρουν.
Αν επιστρέφατε για λίγο στο παιδί που ήσασταν, τι θα του λέγατε σήμερα;
Αν γύριζα πίσω στο παιδί που ήμουν, θα του έλεγα να έχει περισσότερο θάρρος, να αφήνεται στις στιγμές, χωρίς βιασύνη, να απολαμβάνει τη ζωή με όλα τα χρώματα της, να εμπιστεύεται. Να παρατηρεί, να δημιουργεί χωρίς φόβο, γιατί όλα όσα νιώθει και σκέφτεται έχουν σημασία. Η δημιουργία, είναι μια όμορφη διαδικασία και όσο μπορεί να ζει πλήρως τη ζωή.
Τι σημαίνει για εσάς η ποίηση; Είναι καταφύγιο, εξομολόγηση ή κάτι πιο «μαχητικό»;
Η ποίηση για μένα είναι ο χώρος όπου ακούω τη φωνή μου χωρίς φόβο. Ταυτόχρονα, είναι παιχνίδι με τις λέξεις και με ό,τι προσπαθεί να με περιορίσει. Είναι αντίσταση, δεν θα σωπάσω, όχι, είναι ένας τρόπος να μιλάς καθαρά στον κόσμο.
Από πού αντλείτε έμπνευση; Από τον εσωτερικό κόσμο ή από την πραγματικότητα γύρω σας;
Η έμπνευσή μου αντλείται από την καθημερινότητα, από μικρές στιγμές, ιστορίες ανθρώπων γύρω μου, ένα απαλό μείγμα του κόσμου έξω και του κόσμου μέσα μου. Έναν κόσμο που περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, γύρω από τον εαυτό μας, αλλά που μερικές φορές καταφέρνει να μπει σιωπηλά στην καρδιά μας, αφήνοντας κάτι σημαντικό, η καρδιά μας έχει μνήμη.

Όταν γράφετε, σκέφτεστε τον αναγνώστη ή γράφετε πρώτα για εσάς;
Συνήθως γράφω πρώτα για μένα, ο αναγνώστης έρχεται μετά, για να μοιραστεί μαζί μου όσα ήδη έχω ανακαλύψει. Είναι μια απίστευτη διαδικασία, μαθαίνεις τον εαυτό σου, μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσεις στο τέλος πως δεν διαφέρεις σε τίποτα από τους άλλους.
Πόσο ρόλο παίζει ο πόνος ή η χαρά στη δημιουργική διαδικασία;
Ο πόνος και η χαρά δεν είναι πρωταγωνιστές στη δημιουργία, μεταμορφώνονται, γίνονται κάτι άλλο. Οι δημιουργοί κατορθώνουν να τα υπερβούν, να μην νιώθεις ούτε απόλαυση ούτε οδύνη, αλλά ένα συναίσθημα που σε καθιστά απρόσβλητο, σαν να κινείσαι πάνω από τα συναισθήματα, να αιωρείσαι.
Έχετε κάποιον ιδιαίτερο τελετουργικό τρόπο ή ρυθμό γραφής;
Έχω ένα μεγάλο μυστικό γύρω από τη γραφή, δεν υπάρχει τελετουργία. Όταν έρχεται η έμπνευση, απλώς κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή ή στο χαρτί. Συνήθως σε έναν κοινότυπο χώρο, το γραφείο μου. Χωρίς μουσική, χωρίς παράθυρα με θέα, χωρίς κάτι το ιδιαίτερο. Τυχαίνει. Σπασμωδικά, χωρίς τελετουργίες, χωρίς ρυθμό. Όσο πιο απορυθμισμένα γίνεται. Και εκεί, γεννιέται το πραγματικό.
Θέλετε να μας μιλήσετε για τα βιβλία που έχετε εκδώσει; Τι σημαίνει το καθένα για εσάς;
Ας αρχίσουμε με το “Η Ορχήστρα του Δάσους”:
Η φύση γίνεται σύγχρονη ορχήστρα και κάθε δέντρο, κάθε φύλλο, παίζει το δικό του θέμα.
“Καταστρέφοντας τα Χρώματα της Νύχτας”: Η νύχτα αποκαλύπτει τα χρώματα που δεν θέλουμε να δούμε, εγώ τα καταστρέφω για να ξαναδώ την αλήθεια.
“Ο Φύλακας των Ανθισμένων Δέντρων”:
Στέκομαι δίπλα στα δέντρα που ανθίζουν, φρουρός των στιγμών όπου ο χρόνος γίνεται λουλούδι.
“Στη σκιά του ουρανού”: η ανθρώπινη ματιά, μαθαίνει να βλέπει πέρα από τα φαινόμενα,
γίνεται μια δέσμη φωτός που ταξιδεύει στα αστρικά διαστήματα.

Ποιο θεωρείτε το πιο προσωπικό σας έργο και γιατί;
Το πιο προσωπικό μου έργο είναι το Βιβλίο, “Στη σκιά του Ουρανού”. Είναι μια εσωτερική αναζήτηση, γραμμένο για μένα, αλλά και για τους άλλους, για την ομορφιά που χάνεται, για τη φθορά που περνάει, για την απεραντοσύνη του ουρανού που υπάρχει μέσα σε κάθε άνθρωπο, και η σκιά του πέφτει σε κάθε τι που κάνουμε.
Υπάρχει κάποιο ποίημα που σας δυσκόλεψε συναισθηματικά να γράψετε;
Ναι, υπάρχουν αρκετά. Κάποια δεν είδαν ποτέ φως, φυλακισμένα στις σκέψεις μου, ενώ άλλα καταστράφηκαν για πάντα, διαλύθηκαν στον αέρα. Κάθε ένα από αυτά κουβαλάει ένα κομμάτι από εμένα, και ίσως ακριβώς γι’ αυτό η δημιουργία τους με δυσκόλεψε.
Πώς νιώθετε όταν βλέπετε τους στίχους σας να «ανήκουν» πια στο κοινό;
Aπίστευτη χαρά, κάθε φορά που οι στίχοι μου παύουν να μου ανήκουν και γίνονται κομμάτι του κόσμου. Είναι παράξενο, να βλέπεις κάτι δικό σου να αποκτά δική του ζωή. Αυτό είναι το πιο όμορφο που μπορεί να συμβεί στη δημιουργία.
Πιστεύετε ότι ο σύγχρονος αναγνώστης «συναντά» εύκολα την ποίηση σήμερα;
Από τη μία, η ποίηση είναι παντού. Κρύβεται στα έμμετρα ποιήματα που γίνονται τραγούδια, στις λέξεις που βρίσκουν ρυθμό και φτερά. Μα βρίσκεται και πέρα απ’ αυτές, στις σκιές, στις κινήσεις, στις σιωπές. Σε ταινίες, όπως “o Νυχτερινός Εκφωνητής” που είναι για μένα, μια καθαρά ποιητική εμπειρία. Δεν είναι απλώς μια ιστορία, είναι μια ατμόσφαιρα,. Έχει εκείνη τη σιωπηλή μελαγχολία που γεννά ποίηση χωρίς λέξεις, κι όμως, και με λέξεις.
Εκείνο το ποίημα στην αρχή της ταινίας, κι ύστερα η σκηνή που ο πρωταγωνιστής χορεύει μόνος του, αυτή είναι για μένα η απόδειξη πως η ποίηση μπορεί να υπάρξει ακόμη κι όταν σωπαίνει.
Κι όμως, περνά συχνά γρήγορα, σχεδόν αόρατη, μπροστά απ’ τα μάτια όλων. Μόνο όσοι έχουν ήδη ενώσει την ψυχή τους με την ποίηση μπορούν να τη διακρίνουν, να την ακούσουν να ψιθυρίζει.
Όπως έλεγε κι ο Σινόπουλος: «Γνώση του ποταμιού σημαίνει να ’σαι μέσα στο ποτάμι.»
Αθάνατε Σινόπουλε, εσύ μας μαθαίνεις να κολυμπάμε στις λέξεις, να μη φοβόμαστε το βάθος τους.
Ποιος είναι ο ρόλος του ποιητή στη σημερινή κοινωνία;
Ο ρόλος του ποιητή σήμερα δεν είναι να δίνει απαντήσεις, αλλά να φωτίζει ό,τι περνά απαρατήρητο. Να παρατηρεί, να μοιράζεται αυτό που οι πολλοί δεν τολμούν να πουν. Θέλει θάρρος για να γράφεις ποιήματα. Ο ποιητής είναι η φωνή της σιωπής, λίγο χρώμα πέρα από την καθημερινή βιασύνη.
Μπορεί η ποίηση να αλλάξει κάτι ή να αφυπνίσει τον κόσμο;
Η ποίηση μπορεί να κάνει πολλά, αλλά εμείς τι κάνουμε; Μέχρι πότε θα περιμένουμε από κάτι άλλο να μας σώσει ή να μας αφυπνίσει; Η αφύπνιση είναι μια διαδικασία που ο καθένας πρέπει να περάσει μόνος του, με ή χωρίς ποίηση. Νομίζω πως οι άνθρωποι ξυπνάνε πραγματικά μόνο όταν δεν πάει άλλο, όταν φτάσουν στο σημείο που πρέπει να δράσουν, από ανάγκη.
Πώς βιώνετε τη σχέση ποίησης και κοινωνικών μέσων; Μπορεί η ποίηση να «ζει» στο διαδίκτυο;
Η ποίηση ήδη ζει και αναπνέει στο διαδίκτυο. Είναι παντού. Σε λογαριασμούς κοινωνικών μέσων, σε ψηφιακές συλλογές, ακόμα και μέσα στις μικρές φράσεις που συνοδεύουν φωτογραφίες ή τραγούδια. Πλέον εκδίδονται κάθε χρόνο περισσότερες ποιητικές συλλογές από ποτέ, η δημιουργία δεν περιορίζεται σε εκδόσεις ή έντυπα. Τα ποιήματα, με τη σύντομη και πυκνή τους μορφή, διαβάζονται εύκολα και γρήγορα, σε αντίθεση με την πρόζα που συρρικνώνεται σε μικρές ιστορίες ή μετατρέπεται σε ταινίες και σίριαλ.
Έτσι, η ποίηση δεν είναι μόνο γραμμένη, είναι ζωντανή, μετασχηματίζεται και κυκλοφορεί παντού, σε κάθε μήνυμα, κάθε εικόνα, κάθε στιγμή που κάποιος αποφασίζει να την μοιραστεί. Στο ψηφιακό περιβάλλον, η ποίηση γίνεται καθημερινή, άμεση, κι αν κοιτάξεις καλά, βρίσκεται μέσα σε ένα ποίημα που γράφεται αυτή τη στιγμή.
Θεωρείτε ότι η ποίηση έχει θέση στα σχολεία ή την έχουμε αφήσει στο περιθώριο;
Ναι και όχι. Η ποίηση έχει θέση στα σχολεία, αλλά συχνά την αφήνουμε εκτός, σαν ένα στολίδι που κοιτάμε από μακριά. Δεν είναι μόνο θέμα της εκπαίδευσης, όπως λέει και ο ποιητής Στάθης Κεφάλουρος, – η καταλληλότερη κυβέρνηση για τον τόπο είναι αυτή που θα εντάξει την ποίηση στο Υπουργείο Υγείας -.
Παντού, όπου η ψυχή χρειάζεται να ακουστεί, να αισθανθεί. Είναι ένας τρόπος να συνειδητοποιήσουμε, ότι η ζωή δεν είναι μόνο αριθμοί, αλλά και λόγια που αγγίζουν την καρδιά.
Πώς βλέπετε το μέλλον της ποίησης στην Ελλάδα;
Βλέπω το μέλλον της ποίησης στην Ελλάδα θετικά και μόνο θετικά. Υπάρχουν πολλοί ταλαντούχοι νέοι ποιητές που φέρνουν φρέσκες ιδέες και νέες φωνές, και αυτό μου δίνει μεγάλη ελπίδα για τη συνέχεια του ποιητικού λόγου στη χώρα μας. Διαβάζω νέους ποιητές, ιδίως των τελευταίων πέντε χρόνων, και πολλές φορές μένω έκπληκτος. Συλλογές όπως το “Ο Αδάμ Ονομάζει τα Ζώα”, με την όμορφη, ρομαντική εκφορά λόγου, του Στάθη Κεφαλούρου, “ο Συνεταιρισμός Θυρωρών” με τα ώριμα και αληθινά ποιήματα, του Αντώνη Τσόκου, ή το Άρωμα Τζίντζερ, με τη μοναδική συναισθηματική γραφή της Μαρίας Βούλγαρη, είναι μόνο λίγα από τα διαμάντάκια που ανακαλύπτω συνεχώς. Ναι, είμαι αισιόδοξος, και υπάρχει λόγος γι’ αυτό.
Τι σας κάνει ευτυχισμένο στην καθημερινότητα;
Η καθημερινότητα με κάνει ευτυχισμένο, όχι οι «μικρές» στιγμές, γιατί για μένα δεν είναι μικρές. Είναι μεγάλες, μια κουβεντούλα, ένας περίπατος, μια αλήθεια, πόσο όμορφη είναι η αλήθεια; Όλα όσα φαίνονται απλά, αλλά κρύβουν μέσα τους την αλήθεια.
Πώς αντιμετωπίζετε τις περιόδους «σιωπής», όταν οι λέξεις δεν έρχονται εύκολα;
Δεν πιέζω τον εαυτό μου, δεν με ανησυχεί. Προσπαθώ να περνάω όμορφα. Η σιωπή δεν με τρομάζει, με ανησυχεί όμως η σιωπή των ανθρώπων. Κι όταν αυτή υφίσταται, κάτι πάντα αναδύεται. Είμαι βέβαιος, κάτι έρχεται.
Υπάρχει κάποιος στίχος – δικός σας ή άλλου – που σας συντροφεύει στη ζωή;
Ο στίχος «όταν δεν περπατάω στα σύννεφα, πηγαίνω σαν χαμένος» του Πόρτσια, κουβαλά μέσα του μια αλήθεια, την αιώνια πάλη, ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα. Μιλά για την ισορροπία όπου, αν δεν επιτρέψεις στον εαυτό το όνειρο, τότε η ζωή είναι χαμένη. Είναι ένας στίχος που θυμίζει πως η φαντασία, η ποίηση, δεν είναι φυγή, αλλά τρόπος για να ζεις. Να βλέπεις καθαρά, μέσα από τα σύννεφα. Κι αν δεν περπατάς, εκεί ψηλά, τότε κάτι λείπει, ίσως η ίδια η ζωή.
Αν δεν γράφατε ποίηση, τι θα κάνατε;
Αν δεν έγραφα ποίηση, θα ήμουν σιωπηλός, όχι χωρίς λέξεις, αλλά γιατί δε θα είχα τρόπο να τις τοποθετώ, σαν κομμάτια ενός παζλ. Θα τις κουβαλούσα μέσα μου, σαν μουσική χωρίς φωνή. Η ποίηση είναι ο τρόπος μου να μιλώ, χωρίς αυτήν, μένει μόνο σιωπή και όλα αυτά που δεν ειπώθηκαν ποτέ, πιστεύω πως κάποια στιγμή, με κάποιον τρόπο, θα τα συναντούσα μπροστά μου.
Ποιο είναι το όνειρό σας για το μέλλον;
Να με αγαπούν οι άνθρωποι που έχω επιλέξει και να είμαι τυχερός, δεν είναι αυτό το πιο σημαντικό; Έχω δει να περνάει ξυστά από εμένα, ένα αυτοκίνητο με απίστευτη ταχύτητα, σώθηκα για λίγα εκατοστά. Τι να τα κάνω τα όνειρα, χωρίς ανθρώπους, χωρίς τύχη.

Νεκτάριε, σε ευχαριστούμε θερμά για την όμορφη συνέντευξη και τον πολύτιμο χρόνο σου. Είναι χαρά και τιμή μας να έχουμε έναν τέτοιο δημιουργό στην ομάδα του EMVP News. Ευχόμαστε κάθε επιτυχία στα επόμενα βήματά σου και να συνεχίσεις να μας συγκινείς με την ιδιαίτερη γραφή και την ψυχική σου αλήθεια. Γιατί η ποίηση σου δεν είναι απλώς λόγος – είναι φως μέσα στη σκιά του ουρανού…
Συνέντευξη: Ερμίνα Μαρία Μουρατίδου Παπαγεωργοπούλου
Επιμέλεια: Βάγια Ραφαηλία Παράσχου


