

Σήμερα στο EMVP News φιλοξενούμε μια ιδιαίτερη και βαθιά ουσιαστική φωνή, που κινείται ανάμεσα στην επιστήμη και την τέχνη, ανάμεσα στη δημόσια υγεία και την ανθρώπινη ανάγκη για έκφραση.
Η Ελένη Ιωαννίδου, παθολόγος–λοιμωξιολόγος, πρώην διευθύντρια της Παθολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου Ρεθύμνου και εικαστικός δημιουργός, έχει εισαγάγει μια απολύτως πρωτοποριακή καλλιτεχνική πρακτική: δημιουργεί μωσαϊκά και έργα τέχνης χρησιμοποιώντας ληγμένα χάπια — υλικά που διαφορετικά θα κατέληγαν να επιβαρύνουν το περιβάλλον.
Σε μια ειλικρινή και σε βάθος συζήτηση, μιλήσαμε μαζί της για: τη σκληρή πραγματικότητα του δημόσιου συστήματος υγείας, την εγκατάλειψη των υγειονομικών, την πανδημία και το προσωπικό της κόστος, αλλά και για το πώς η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως ψυχοθεραπεία, πολιτικό σχόλιο και πράξη αλληλεγγύης.
Ως παθολόγος–λοιμωξιολόγος, ποια θεωρείτε πως είναι η μεγαλύτερη απειλή δημόσιας υγείας σήμερα που περνά απαρατήρητη;
Η μεγαλύτερη απειλή που ελπίζω να μην περνάει απαρατήρητη είναι η «εγκατάλειψη» του δημόσιου συστήματος υγείας από την πολιτεία. Εγκατάλειψη που εκφράζεται τόσο από την υποχρηματοδότηση όσο και από την απαξίωση του υγειονομικού προσωπικού.

Πόσο προετοιμασμένη θεωρείτε ότι είναι η Ελλάδα — και ειδικά η Κρήτη — για την επόμενη μεγάλη επιδημιολογική κρίση;
Δεν είναι καθόλου προετοιμασμένη. Αν εξαιρέσεις κάποια τεχνογνωσία που αποκτήθηκε «στου κασίδη το κεφάλι» κατά τη διάρκεια της πανδημίας, δεν έχει δημιουργηθεί καμία υποδομή και το προσωπικό είναι ακόμα λιγότερο και ακόμα πιο εξουθενωμένο από παλιά.
Υπάρχει κάτι που σας φοβίζει στο σύγχρονο τρόπο χρήσης ή κατάχρησης των αντιβιοτικών;
Η γενικότερη ανησυχία για την πολυφαρμακία εμπεριέχει και την αλόγιστη χρήση της αντιβίωσης, όχι μόνο στους ανθρώπους αλλά και στα ζώα, όπου χρησιμοποιείται ως αναβολικός παράγοντας. Η ανάπτυξη αντοχής είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα στη χρήση και οδηγεί στην ανάγκη για όλο και πιο προωθημένα και ακριβά αντιβιοτικά. Τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια δεν αγοράζει κανένας ανεξέλεγκτα αντιβιοτικά από τα φαρμακεία, καθώς πρέπει να έχει ιατρική συνταγή.
Στην επαφή σας με ασθενείς τι παρατηρείτε ότι λείπει περισσότερο: ενημέρωση, εμπιστοσύνη ή χρόνος;
Νομίζω ότι το βασικό πρόβλημα είναι ο χρόνος που διαθέτει ο γιατρός για να μιλήσει, να εξηγήσει και κυρίως να ακούσει τον ασθενή. Από την εμπειρία μου τα περισσότερα προβλήματα στη σχέση γιατρού – ασθενή προκύπτουν όταν η επικοινωνία και η ενημέρωση είναι ελλιπής. Η διάθεση αυτού του χρόνου προσκρούει αφενός στην αντικειμενική έλλειψη χρόνου, αλλά και στην αλλαγή της φιλοσοφίας της ιατρικής πράξης προς μια πιο τεχνοκρατική προσέγγιση που αντιμετωπίζει τον ασθενή πιο μηχανιστικά και αφήνει σε δεύτερο πλάνο τη θεραπευτική σχέση γιατρού – ασθενή.

Πόσο σας επηρέασε προσωπικά και επαγγελματικά η περίοδος της COVID-19; Τι μάθημα κρατάτε;
Η περίοδος αυτή με επηρέασε και θετικά και αρνητικά. Αφενός, δεν μπορώ να αρνηθώ ότι έζησα – και όλοι μας ζήσαμε – κάτι μοναδικό. Από τον εγκλεισμό ως τις σχέσεις και τις προσωπικές μας πεποιθήσεις που δοκιμάστηκαν. Όσον αφορά στην εμπειρία μέσα στον επαγγελματικό χώρο, υπήρξε σωματική και ψυχική εξουθένωση και ταυτόχρονα απαξίωση της δουλειάς μας και του δημόσιου συστήματος υγείας, αντί να υπάρξει το αντίθετο – δηλαδή ενίσχυση και αναγνώριση.
Τι θα αλλάζατε άμεσα στο ελληνικό σύστημα υγείας αν είχατε τη δυνατότητα για μία μόνο μεταρρύθμιση;
Αξιοκρατία, ισότιμη πρόσβαση και οικονομική ενίσχυση. Δεν μπορώ να πω μόνο ένα.
Πώς γεννήθηκε η ιδέα να χρησιμοποιείτε ληγμένα χάπια ως πρώτη ύλη στη ζωγραφική σας;
Η ιδέα ξεκίνησε από μια δραστηριότητα ανακύκλωσης των φαρμακων στο Ιατρείο Κοινωνικής Αλληλεγγύης Ρεθύμνου. Για αρκετά χρόνια «ανακυκλοφορούσαμε» τα φάρμακα που δεν χρησιμοποιούσαν πια οι πολίτες του Ρεθύμνου και τα δίναμε σε ανθρώπους που τα είχαν ανάγκη. Φυσικά κάποια από αυτά έληγαν. Στα πλαίσια της λογικής της ανακύκλωσης τα ξεχωρίζαμε από τις συσκευασίες, τις οποίες απορρίπταμε στην ανακύκλωση χαρτιού και αλουμινίου, ενώ τα χάπια και οι κάψουλες πήγαιναν στους ειδικούς κάδους ανακύκλωσης φαρμάκων στα φαρμακεία. Πλέον αυτό έχει σταματήσει, δηλαδή δεν υπάρχει δυνατότητα σωστής αποκομιδής των φαρμάκων και αυτά απλά καταλήγουν στον υδροφόρο ορίζοντα. Πριν 6 χρόνια διαπίστωσα την απίθανη παλέτα χρωμάτων και σχεδίων που δημιουργούσε αυτός ο σωρός με τα φάρμακα και σκέφτηκα να τα χρησιμοποιήσω ως ψηφίδες. Φυσικά, αυτή η εικαστική δραστηριότητα εξελίχτηκε στο διάστημα αυτό τόσο τεχνικά όσο και καλλιτεχνικά.

Τι μήνυμα θέλετε να μεταφέρετε μέσα από τα έργα σας; Είναι σχόλιο, κριτική ή καθαρά αισθητική επιλογή;
Τα έργα μου, παρότι είναι φορτισμένα με κοινωνικά μηνύματα, δεν είναι «στρατευμένη τέχνη» με τη στενή έννοια του όρου. Δεν τα δημιουργώ με σκοπό να περάσω στον κόσμο μια ιδέα ή μια άποψη. Μάλλον η διαδικασία είναι αντίστροφη. Αυτά που με βασανίζουν και με προβληματίζουν βρίσκουν μια δίοδο να εκφραστούν και έτσι φτάνουμε στο αποτέλεσμα, δηλαδή στην επικοινωνία με τον κόσμο. Η αισθητική είναι απαραίτητη ό,τι και να κάνεις, αλλά και αυτή μπορεί να έχει πολιτική διάσταση.
Ποια είναι η πρώτη αντίδραση των ανθρώπων όταν μαθαίνουν τι υλικό χρησιμοποιείτε;
Συνήθως εντυπωσιάζονται, τους αρέσει η ιδέα τόσο για την πρωτοτυπία της, όσο και για την οικολογική διάσταση που συνδέεται με αυτήν. Όλη αυτή η ποσότητα – μιλάμε για εκατοντάδες χιλιάδες χάπια – θα κατέληγε στα οικιακά απόβλητα και στη συνέχεια στο περιβάλλον.

Θεωρείτε την τέχνη ως έναν τρόπο εκτόνωσης μετά από την ένταση της ιατρικής ή ως προέκταση της επιστημονικής σας σκέψης;
Σίγουρα αυτή η μορφή εικαστικής έκφρασης είναι για μένα ψυχοθεραπευτική και λειτουργεί ως αποφόρτιση από το καθημερινό στρες της δουλειάς. Δεν θα πω προέκταση της επιστημονικής μου σκέψης, αλλά η ιδιότητα μου ως γιατρός σίγουρα συνδέεται τόσο με το υλικό όσο και με τη θεματολογία και όλα μαζί εμπεριέχονται στη θεραπευτική δύναμη της τέχνης.
Έχετε σκεφτεί ποτέ ότι τα έργα σας μπορεί να προκαλούν συζήτηση για την υπερσυνταγογράφηση ή τη φαρμακευτική κουλτούρα της εποχής;
Ναι βέβαια, είναι απίστευτη η ποροστητα των φαρμάκων που έχω συγκεντρώσει. Ο κόσμος δεν ξέρει τι να κάνει τα ληγμένα του, τεράστιες σακούλες με φάρμακα τα οποία δεν έχουν χρησιμοποιηθεί. Υπάρχουν πολλοί λόγοι εκτός από την υπερσυνταγογράφηση. Άλλος ένας παράγοντας είναι η μη προσήλωση των ασθενών στη θεραπεία και οι συχνές αλλαγές γιατρού και θεραπειών. Αυτό το τελευταίο δείχνει και την κρίση που υπάρχει στη σύγχρονη ιατρική και τον τρόπο που αυτή ασκείται.

Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό από την ιατρική σας εμπειρία που ‘γέννησε’ έναν πίνακα;
Ναι. Είναι το έργο “UNMUTE”, που απεικονίζει μια δακρυσμένη γιατρό. Αυτό το έργο, που τώρα στολίζει το ιδιωτικό μου ιατρείο, έγινε σε μια πολύ δύσκολη περίοδο για μένα, την περίοδο του επώδυνου διαζυγίου μου με το ΕΣΥ. Μια περίοδο που αφού είχα περάσει – μαζί με τους περισσότερους υγειονομικούς – τεράστιες δυσκολίες και πίεση στην πανδημία, βρέθηκα να απολογούμαι σε μια ΕΔΕ, γιατί μίλησα για πράγματα που δεν ήταν αρεστά. Το “UNMUTE” ήταν μια προτροπή στους υγειονομικούς να μιλήσουν για αυτά που γίνονταν, για την εγκατάλειψη του δημόσιου συστήματος υγείας τότε που ο κόσμος το είχε τη μεγαλύτερη ανάγκη.
Ποιο είναι το πιο δύσκολο κομμάτι του να είστε γιατρός σε μια πόλη όπως το Ρέθυμνο;
Είναι οι δυσκολίες που έχει η περιφερεια. Η έλλειψη υποδομών και δυνατοτήτων. Ότι αναγκάζεσαι να στέλνεις για το παραμικρό ασθενείς στο Ηράκλειο ή στα Χανιά. Παρόλα αυτά υπάρχουν και θετικά, όπως το ότι είναι πιο άμεση η σχέση με τον κόσμο και τους ασθενείς.

Πόσο σας επηρεάζει το κρητικό περιβάλλον — η κουλτούρα, ο ρυθμός ζωής, τα τοπικά προβλήματα — τόσο στη δουλειά όσο και στην τέχνη σας;
Οχι όσο θα ήταν αναμενόμενο. Πιο πολύ τα προβλήματα έχουν να κάνουν με το ότι είναι μια περιφερειακή μικρή πόλη και όχι με το ότι είναι το κρητικό περιβάλλον. Η ζωή στην Κρήτη έχει πολλά θετικά, όπως η θάλασσα, ο κόσμος που είναι πολύ ανοιχτός και οι ρυθμοί ζωής πολύ πιο ανθρώπινοι.
Αν δεν μένατε στο Ρέθυμνο, θα φτιάχνατε την ίδια τέχνη; Θα ήσασταν η ίδια γιατρός;
Μπορεί, αν βρισκόμουν σε ένα μεγάλο νοσοκομείο, να ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Να ήμουν ακόμα στο ΕΣΥ, εφόσον φαίνεται να κρατάνε ακόμα τα μεγάλα νοσοκομεία. Όσον αφορά στο καλλιτεχνικό κομμάτι, μπορεί να έκανα το ίδιο μπορεί και όχι. Ή να έκανα κάτι καλύτερο. Η ζωή είναι πάντα απρόβλεπτη και ο παράγοντας τύχη παίζει το ρόλο του.
Ποια είναι η μεγαλύτερη ψυχική φθορά που μπορεί να υποστεί ένας γιατρός; Και πώς την αντιμετωπίζετε εσείς;
Η φθορά έχει να κάνει με την αίσθηση της ματαιότητας όταν βλέπεις ότι η δουλειά σου δεν γίνεται όπως πρέπει, λόγω εξωτερικών συνθηκών και πρέπει να αρχίσεις τις «εκπτώσεις» για να μπορέσεις να επιβιώσεις. Προσπαθώ παρόλα αυτά να κρατάω τα στάνταρ μιας ποιότητας, τόσο στη δουλειά όσο και στην προσωπική μου ζωή.

Έχετε ποτέ νιώσει πως η επιστήμη δεν αρκεί και χρειάζεται κάτι “άλλο” — ίσως τέχνη — για να εξηγήσει την ανθρώπινη εμπειρία;
Σίγουρα δεν είμαστε μόνο σώμα και δυστυχώς η επιστήμη «υστερεί» στην «ερμηνεία» του πνεύματος και της ψυχής. Εκεί, η τέχνη έχει το προβάδισμα, τόσο στην αποκωδικοποίηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, όσο και στην εξήγηση ευρύτερων κοινωνικών φαινομένων.
Ποια στιγμή στην καριέρα σας σας άλλαξε ως άνθρωπο;
Η αποχώρηση μου από το ΕΣΥ με σημάδεψε. Ποτέ δεν φανταζόμουν τον εαυτό μου εκτός δημόσιου συστήματος υγείας, κυρίως για ιδεολογικούς λόγους. Ο τρόπος που εξαναγκάστηκα να φύγω από το ΕΣΥ, εξαιτίας της εξαντλητικής εργασίας και της απαξίωσης που βίωσα, δεν μου άφησε περιθώρια να ελπίζω για κάποια αλλαγή. Απο τότε και μετά υπάρχει μια αποστασιοποιηση στην εργασία. Η κλινική μου ήταν για μένα το δεύτερο σπίτι μου και η αφοσίωση σε αυτή απόλυτη. Τωρα δεν υπάρχει αυτό.
Σας έχει επηρεάσει ποτέ κάποιο έργο σας τόσο ώστε να αλλάξει την ιατρική σας ματιά;
Οχι, δεν μπορώ να το πω αυτό. Συνήθως το έργο είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας και μιας διαφορετικής ιατρικής ματιάς.
Αν έπρεπε να περιγράψετε με μία φράση την ταυτότητά σας — γιατρός, καλλιτέχνης ή κάτι ενδιάμεσο — ποια θα ήταν;
Πρώτα γιατρός με καλλιτεχνικές ευαισθησίες θα έλεγα.

Κλείνοντας αυτή τη συζήτηση, γίνεται ξεκάθαρο ότι χρειάζονται περισσότερες φωνές σαν της Ελένης Ιωαννίδου. Άνθρωποι που έχουν ζήσει εκ των έσω το δημόσιο σύστημα υγείας. Που δεν μιλούν θεωρητικά, αλλά από εμπειρία, κόπωση και ευθύνη. Η δημόσια υγεία δεν μπορεί να στηρίζεται στη σιωπή, ούτε στην εξουθένωση όσων τη σηκώνουν.Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε όλο και περισσότερες παθογένειες να έρχονται στο φως, περισσότερες αστοχίες, περισσότερες αδικίες. Κάποια στιγμή, ως κοινωνία, οφείλουμε να σταματήσουμε να προσπερνάμε.Να ακούσουμε. Να απαιτήσουμε. Να αλλάξουμε. Ευχαριστούμε θερμά την Ελένη Ιωαννίδου για τη γενναία, ουσιαστική και ανθρώπινη συζήτηση.
Συνέντευξη: Ερμίνα Μαρία Μουρατίδου Παπαγεωργοπούλου
Επιμέλεια: Βάγια Ραφαηλία Παράσχου


